steeplejack
stee
sti:
sti
ple
pəl
pēl
jack
ʤæk
jāk

Ορισμός και σημασία του "steeplejack"στα αγγλικά

01

επαναστάτης καμπαναριών, ειδικός σε εργασίες σε ύψη

a person who climbs tall buildings in order to carry out repairs or cleaning 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
steeplejacks
Παραδείγματα
A steeplejack is a skilled tradesperson who specializes in working at heights, particularly on steeples, chimneys, and other tall structures. 

Ο καμινάς είναι ένας επιδέξιος τεχνίτης που ειδικεύεται στην εργασία σε ύψη, ιδιαίτερα σε καμπαναριά, καμινάδες και άλλα ψηλά κτίρια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store