steaming
stea
ˈsti:
sti
ming
mɪng
ming
steeringstreamingstealingsterling

Ορισμός και σημασία του "steaming"στα αγγλικά

01

ατμίζων, βραστός

heated to the point of creating visible vapor 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most steaming
συγκριτικός βαθμός
more steaming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The steaming bowl of soup was a welcome comfort on the cold winter evening. 

Το αχνιστό μπολ σούπας ήταν μια καλοδεχούμενη άνεση στο κρύο χειμωνιάτικο βράδυ.

02

έξαλλος, βράζω από θυμό

extremely angry 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
She was steaming after she heard the news. 

Ήταν έξαλλος αφού άκουσε τα νέα.

01

βραστός, καυτός

(used of heat) extremely 
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store