Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Steamer
01
ατμομάγειρας, καλάθι ατμού
a container with small holes used for cooking food in steam by putting it over a saucepan of boiling water
02
αχιβάδα, οστρακόδερμο
an edible clam with thin oval-shaped shell found in coastal regions of the United States and Europe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
steamers
03
ατμόπλοιο, ατμοκίνητο πλοίο
a ship powered by one or more steam engines
04
αχιβάδα, στρείδι
a clam that is usually steamed in the shell
to steamer
01
ταξιδεύω με ατμό, κινώμαι με ατμοκίνητη δύναμη
travel by means of steam power
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
steamer
γ΄ ενικό πρόσωπο
steamers
ενεστώτα μετοχή
steamering
απλός αόριστος
steamered
παθητική μετοχή
steamered
Λεξικό Δέντρο
steamer
steam



























