steam engine
steam
ˈsti:m
stim
en
en
en
gine
ʤɪn
jin

Ορισμός και σημασία του "steam engine"στα αγγλικά

01

ατμομηχανή, κινητήρας ατμού

a machine that uses steam made from boiling water to produce power and make parts move 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
steam engines
Παραδείγματα
The old train was powered by a steam engine. 

Το παλιό τρένο τροφοδοτούνταν από μια ατμομηχανή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store