Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
steadily
01
σταθερά, σταδιακά
in a gradual and even way
Παραδείγματα
The river flowed steadily towards the sea, maintaining a constant pace.
Ο ποταμός έρεε σταθερά προς τη θάλασσα, διατηρώντας σταθερό ρυθμό.
02
σταθερά, σταδιακά
showing little change over time
Λεξικό Δέντρο
unsteadily
steadily
steady
stead



























