Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stay away
01
κρατιέμαι μακριά, αποφεύγω
to avoid someone or something that might have a negative impact on one
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
stay
ενεστώτας
stay away
γ΄ ενικό πρόσωπο
stays away
ενεστώτα μετοχή
staying away
απλός αόριστος
stayed away
παθητική μετοχή
stayed away
Παραδείγματα
After the breakup, Sarah decided to stay away from her ex-boyfriend to give herself space and time to heal.
Μετά το χωρισμό, η Σάρα αποφάσισε να μένει μακριά από τον πρώην φίλο της για να δώσει στον εαυτό της χώρο και χρόνο να θεραπευτεί.



























