Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stave off
01
αποτρέπω, καθυστερώ
to delay the occurrence of something undesirable or threatening
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
stave
ενεστώτας
stave off
γ΄ ενικό πρόσωπο
staves off
ενεστώτα μετοχή
staving off
απλός αόριστος
staved off
παθητική μετοχή
staved off
Παραδείγματα
Adequate sleep and a healthy diet can help stave off fatigue and improve overall well-being
Ο επαρκής ύπνος και μια υγιεινή διατροφή μπορούν να βοηθήσουν να αποτρέψουν την κόπωση και να βελτιώσουν τη γενική ευεξία.



























