statute
sta
ˈstæ
stā
tute
ʧu:t
choot
statestatuestaturestatuette

Ορισμός και σημασία του "statute"στα αγγλικά

01

νόμος, καταστατικό

an officially written and established law 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
statutes
Παραδείγματα
The new statute requires all drivers to use hands-free devices while driving. 

Ο νέος κανονισμός απαιτεί από όλους τους οδηγούς να χρησιμοποιούν συσκευές χωρίς χέρια ενώ οδηγούν.

01

νομοθετικός, καταστατικός

enacted by a legislative body 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store