Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Statistician
01
στατιστικολόγος, στατιστικός
a person who collects, analyzes, and interprets numerical data
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
statisticians
αρσενικό ενικό
statistician
θηλυκό ενικό
statistician
neutral form
data analyst
02
στατιστικολόγος, ειδικός στατιστικής
a mathematician who specializes in statistics
LanGeek



























