Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stationery seller
01
πωλητής ειδών γραφείου, έμπορος γραφικής ύλης
a merchant who sells writing materials and office supplies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stationery sellers



























