startled
sta
ˈstɑ:
στα
rtled
ətld
ατλντ

Ορισμός και σημασία του "startled"στα αγγλικά

01

τρομαγμένος, έκπληκτος

feeling suddenly surprised or shocked 
startled definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most startled
συγκριτικός βαθμός
more startled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, reaction, perception
Παραδείγματα
She was startled by the loud clap of thunder during the storm. 

Έμεινε έκπληκτη από τον δυνατό κεραυνό κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

startled
startle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store