starchy
starchy
'stɑ:ʧi
staachi

Ορισμός και σημασία του "starchy"στα αγγλικά

01

αμυλώδης, πλούσιος σε άμυλο

(of food) containing starch in large amounts 
starchy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
starchiest
συγκριτικός βαθμός
starchier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The starchy potatoes were mashed into a creamy side dish. 

Οι άμυλούχες πατάτες έγιναν μια κρεμώδης γαρνιτούρα.

02

επίσημος, άκαμπτος

formal or overly proper in behavior, speech, or appearance 
Παραδείγματα
His starchy attitude made it hard to connect with him. 

Η άκαμπτη συμπεριφορά του έκανε δύσκολη τη σύνδεση μαζί του.

03

αμυλώδης, άκαμπτος

stiffened with starch, making the fabric firm or crisp 
Παραδείγματα
The starchy shirt made him feel uncomfortable all day. 

Το αμυλούχο πουκάμισο τον έκανε να νιώθει άβολα όλη την ημέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store