Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stalwart
01
πιστός, σταθερός
loyal, reliable, and steadfast in one's support or actions
Approving
Formal
Παραδείγματα
In times of crisis, the community relied on its stalwart volunteers, who selflessly dedicated their time and effort to support those in need.
Σε καιρούς κρίσης, η κοινότητα βασίστηκε στους πιστούς εθελοντές της, που αφοσιώθηκαν ανιδιοτελώς το χρόνο και τις προσπάθειές τους για να υποστηρίξουν όσους βρίσκονταν σε ανάγκη.
02
δυνατός, ρωμαλέος
possessing a lot of physical strength
Approving
Formal
Παραδείγματα
The stalwart lifeguard easily pulled the struggling swimmer to safety, his strength unwavering in the rough waves.
Ο γερός ναυαγοσώστης έσωσε εύκολα τον παλεύοντα κολυμβητή, η δύναμή του ακλόνητη στα άγρια κύματα.
Stalwart
01
πιστός υποστηρικτής, στύλος
a loyal and reliable supporter of a cause, organization, or leader, especially during difficult times
Παραδείγματα
The club 's stalwarts helped rebuild after the fire.
Οι πιστοί υποστηρικτές του συλλόγου βοήθησαν στην ανοικοδόμηση μετά τη φωτιά.
Λεξικό Δέντρο
stalwartness
stalwart



























