Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stagnation
01
στάση, αδράνεια
a state of being still, inactive, or not progressing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The industry faced stagnation due to outdated technologies and practices.
Η βιομηχανία αντιμετώπισε στασιμότητα λόγω παρωχημένων τεχνολογιών και πρακτικών.
02
στάση
inactivity of liquids; being stagnant; standing still; without current or circulation
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
stagnation
stagnate



























