Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Benignity
01
καλοσύνη, ευγένεια
an act of kindness, care, mercy, or consideration for another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
benignities
Παραδείγματα
Villagers remembered the good pastor not only for Sunday sermons but his constant benignities, bringing aid and solace to all in need throughout the parish.
Οι χωρικοί θυμόντουσαν τον καλό πάστορα όχι μόνο για τα κηρύγματα της Κυριακής αλλά και για τις συνεχείς καλοσύνες του, φέρνοντας βοήθεια και παρηγοριά σε όλους τους ανάγκους σε όλη την ενορία.
02
καλοσύνη
the quality of being kind and considerate toward others' well-being
Παραδείγματα
His calm, soft-spoken demeanor reflected his underlying benignity.
Η ήρεμη, απαλή του συμπεριφορά αντικατόπτριζε την υποκείμενη καλοσύνη του.



























