benignity
be
bi
nig
ˈnaɪ
nai
ni
ni
ty
ti
ti
malignity

Ορισμός και σημασία του "benignity"στα αγγλικά

01

καλοσύνη, ευγένεια

an act of kindness, care, mercy, or consideration for another 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
benignities
Παραδείγματα
Villagers remembered the good pastor not only for Sunday sermons but his constant benignities, bringing aid and solace to all in need throughout the parish. 

Οι χωρικοί θυμόντουσαν τον καλό πάστορα όχι μόνο για τα κηρύγματα της Κυριακής αλλά και για τις συνεχείς καλοσύνες του, φέρνοντας βοήθεια και παρηγοριά σε όλους τους ανάγκους σε όλη την ενορία.

02

καλοσύνη

the quality of being kind and considerate toward others' well-being 
Παραδείγματα
His calm, soft-spoken demeanor reflected his underlying benignity. 

Η ήρεμη, απαλή του συμπεριφορά αντικατόπτριζε την υποκείμενη καλοσύνη του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store