Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
benighted
01
αναχρονιστικός, αγνοών
lacking in intellect, culture, knowledge, or morals
Παραδείγματα
The film depicted a benighted world where knowledge was suppressed and ignorance prevailed.
Η ταινία απεικόνιζε έναν αναχρονιστικό κόσμο όπου η γνώση καταπιέζονταν και η άγνοια επικρατούσε.
02
κατακλυσμένος από τη νύχτα, βυθισμένος στο σκοτάδι
overtaken by night or darkness
Λεξικό Δέντρο
benighted
benight



























