Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
benighted
01
αναχρονιστικός, αγνοών
lacking in intellect, culture, knowledge, or morals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most benighted
συγκριτικός βαθμός
more benighted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The isolated village was considered benighted due to its lack of modern education.
Το απομονωμένο χωριό θεωρήθηκε αμαθές λόγω της έλλειψης σύγχρονης εκπαίδευσης.
02
κατακλυσμένος από τη νύχτα, βυθισμένος στο σκοτάδι
overtaken by night or darkness
Λεξικό Δέντρο
benighted
benight



























