benighted
Pronunciation
/bɪˈnaɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "benighted"στα αγγλικά

01

αναχρονιστικός, αγνοών

lacking in intellect, culture, knowledge, or morals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most benighted
συγκριτικός βαθμός
more benighted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film depicted a benighted world where knowledge was suppressed and ignorance prevailed.
Η ταινία απεικόνιζε έναν αναχρονιστικό κόσμο όπου η γνώση καταπιέζονταν και η άγνοια επικρατούσε.
02

κατακλυσμένος από τη νύχτα, βυθισμένος στο σκοτάδι

overtaken by night or darkness
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store