staged
Pronunciation
/ˈsteɪdʒd/

Ορισμός και σημασία του "staged"στα αγγλικά

01

σκηνοθετημένος, θεατρικός

created or performed for a theatrical production
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The director ensured the staged scenes felt realistic and engaging.
Ο σκηνοθέτης διασφάλισε ότι οι σκηνοθετημένες σκηνές φαίνονταν ρεαλιστικές και συναρπαστικές.
02

σκηνοθετημένος, οργανωμένος

deliberately arranged for effect
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store