Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stag party
01
πάρτι εργένη, γιορτή του εργένη
a celebration held for a man before his wedding, typically involving close friends and often including partying, drinking, and various activities
Dialect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stag parties
Παραδείγματα
He had a great time at his stag party, with plenty of laughs and games.
Πέρασε υπέροχα στο πάρτι εργένηδων του, με πολλά γέλια και παιχνίδια.



























