beneficence
Pronunciation
/bəˈnɛfəsəns/

Ορισμός και σημασία του "beneficence"στα αγγλικά

01

ευποιία, γενναιοδωρία

the quality of showing kindness, generosity, and a desire to do good for others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They were moved by the beneficence of strangers who came to their aid after the disaster.
Συγκινήθηκαν από την αγαθοεργία των αγνώστων που βοήθησαν μετά την καταστροφή.
02

ευεργεσία, καλοσύνη

doing good; feeling beneficent
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store