Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Squirrel
01
σκίουρος, ξερόσκιουρος
a furry animal with a thick tail that lives in trees and feeds on nuts and seeds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squirrels
Παραδείγματα
As winter approached, the squirrel diligently gathered acorns and stored them in its burrow.
Καθώς πλησίαζε ο χειμώνας, ο σκίουρος συγκέντρωνε επιμελώς βελανιδιές και τα αποθήκευε στη φωλιά του.
02
γούνα σκίουρου, τρίχα σκίουρου
the soft, dense, and often silky fur obtained from a squirrel, used in clothing or other items
Παραδείγματα
He admired the softness of the squirrel scarf.
Θαύμαζε την απαλότητα του κασκόλ από σκίουρο.
Λεξικό Δέντρο
squirrelly
squirrel



























