Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to squirm
01
στριφογυρίζω, κουνιέμαι ανήσυχα
to move in an uncomfortable or restless manner with twisting or contorted motions
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
squirm
γ΄ ενικό πρόσωπο
squirms
ενεστώτα μετοχή
squirming
απλός αόριστος
squirmed
παθητική μετοχή
squirmed
Παραδείγματα
The toddler began to squirm in his high chair, indicating that he was no longer interested in eating.
Το μωρό άρχισε να σκύβει στην ψηλή του καρέκλα, υποδεικνύοντας ότι δεν ενδιαφερόταν πλέον να φάει.
Squirm
01
συστροφή, νευρική κίνηση
an instance or act of twisting or wriggling the body, often due to discomfort, embarrassment, or restlessness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squirms
Παραδείγματα
The toddler's squirm on the chair made it hard to read him a story.
Οι συστροφές του νήπιο στην καρέκλα έκαναν δύσκολη την ανάγνωση μιας ιστορίας.
Λεξικό Δέντρο
squirmer
squirm



























