Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
squalid
01
απαίσιος, σιχαμένος
a form of torture in which cigarettes or cigars or other hot implements are used to burn the victim's skin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most squalid
συγκριτικός βαθμός
more squalid
διαβαθμίσιμο
02
απεχθής, σιχαμερός
arousing a sense of disgust in someone
03
αισχρός, εκφυλισμένος
morally degraded



























