Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spree
01
οργία, σπατάλη
a short period of time during which one does a particular activity in an extreme way without control, especially spending money
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sprees
to spree
01
αφηνιάζω, επιδίδωμαι ασυγκράτητα
engage without restraint in an activity and indulge, as when shopping
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spree
γ΄ ενικό πρόσωπο
sprees
ενεστώτα μετοχή
spreeing
απλός αόριστος
spreed
παθητική μετοχή
spreed



























