Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bemuse
01
μπερδεύω, σαστίζω
to confuse someone, often by being difficult to understand
Transitive: to bemuse sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bemuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
bemuses
ενεστώτα μετοχή
bemusing
απλός αόριστος
bemused
παθητική μετοχή
bemused
Παραδείγματα
The contradictory statements from the politician bemused the reporters, making it difficult to discern the truth.
Οι αντιφατικές δηλώσεις του πολιτικού μπέρδεψαν τους δημοσιογράφους, καθιστώντας δύσκολο να διακριθεί η αλήθεια.
Λεξικό Δέντρο
bemused
bemusement
bemuse



























