Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bemoan
01
θρηνώ, οδύρομαι
to express great regret or sorrow for something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bemoan
γ΄ ενικό πρόσωπο
bemoans
ενεστώτα μετοχή
bemoaning
απλός αόριστος
bemoaned
παθητική μετοχή
bemoaned
Παραδείγματα
She bemoaned the loss of her favorite book.
Θρήνησε την απώλεια του αγαπημένου της βιβλίου.
02
θρηνώ, παραπονιέμαι
to express dissatisfaction with something
Παραδείγματα
She bemoaned the delay in receiving her order.
Εκείνη θρήνησε την καθυστέρηση στην παραλαβή της παραγγελίας της.



























