Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bemoan
01
θρηνώ, οδύρομαι
to express great regret or sorrow for something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bemoan
γ΄ ενικό πρόσωπο
bemoans
ενεστώτα μετοχή
bemoaning
απλός αόριστος
bemoaned
παθητική μετοχή
bemoaned
Παραδείγματα
He bemoaned how the new policy had negatively impacted employees.
Θρήνησε το πώς η νέα πολιτική είχε αρνητικό αντίκτυπο στους εργαζόμενους.
02
θρηνώ, παραπονιέμαι
to express dissatisfaction with something
Παραδείγματα
He bemoaned the outcome of the game.
Αυτός θρήνησε το αποτέλεσμα του παιχνιδιού.



























