to bemoan
Pronunciation
/bɪˈmoʊn/

Ορισμός και σημασία του "bemoan"στα αγγλικά

to bemoan
01

θρηνώ, οδύρομαι

to express great regret or sorrow for something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bemoan
γ΄ ενικό πρόσωπο
bemoans
ενεστώτα μετοχή
bemoaning
απλός αόριστος
bemoaned
παθητική μετοχή
bemoaned
Παραδείγματα
He bemoaned how the new policy had negatively impacted employees.
Θρήνησε το πώς η νέα πολιτική είχε αρνητικό αντίκτυπο στους εργαζόμενους.
02

θρηνώ, παραπονιέμαι

to express dissatisfaction with something
Παραδείγματα
He bemoaned the outcome of the game.
Αυτός θρήνησε το αποτέλεσμα του παιχνιδιού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store