Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spotless
01
άψογος, καθαρός
completely clean and free from any marks, stains, or blemishes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spotless
συγκριτικός βαθμός
more spotless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After cleaning the bathroom, it was left spotless and fresh-smelling.
Μετά τον καθαρισμό του μπάνιου, έμεινε αψεγάδιαστο και με φρέσκια μυρωδιά.
Λεξικό Δέντρο
spotlessly
spotlessness
spotless
spot



























