Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spotless
01
άψογος, καθαρός
completely clean and free from any marks, stains, or blemishes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spotless
συγκριτικός βαθμός
more spotless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She prided herself on keeping her kitchen spotless, with every surface sparkling clean.
Περηφανευόταν που κρατούσε την κουζίνα της αψεγάδιαστη, με κάθε επιφάνεια να λάμπει από καθαριότητα.
Λεξικό Δέντρο
spotlessly
spotlessness
spotless
spot



























