split-pea
split
splɪt
σπλιτ
pea
pi:
πι

Ορισμός και σημασία του "split-pea"στα αγγλικά

01

σχισμένο μπιζέλι, διαιρεμένο μπιζέλι

a type of legume derived from dried peas that have been split in half for cooking purposes 
split-pea definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
split-peas
Παραδείγματα
She hosted a gathering and served split-pea croquettes. 

Φιλοξένησε μια συγκέντρωση και σέρβιρε κροκέτες με σπασμένα μπιζέλια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store