splenetic
Pronunciation
/splɛnˈɛɾɪk/
analgeticasyndetictheoreticapheretic

Ορισμός και σημασία του "splenetic"στα αγγλικά

01

ένας ευερέθιστος άνθρωπος, ένας θυμωμένος άνθρωπος

a person habitually irritable, spiteful, or angry 
splenetic definition and meaning
επίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
splenetics
Παραδείγματα
That splenetic yelled at everyone over minor mistakes. 

Αυτός ο σπληνητικός φώναξε σε όλους για μικρά λάθη.

01

σπληνικός, σχετικός με τη σπλήνα

relating to the spleen 
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

ευέξαπτος, οξύθυμος

easily angered or annoyed 
επίσημο
Παραδείγματα
She avoided him because of his splenetic reactions to minor annoyances. 

Τον απέφευγε λόγω των ευερέθιστων αντιδράσεων του σε μικρές ενοχλήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store