Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
splenetic
01
σπληνικός, σχετικός με τη σπλήνα
relating to the spleen
02
ευέξαπτος, οξύθυμος
easily angered or annoyed
Παραδείγματα
The splenetic nature of his comments made it clear he was not in a good mood.
Η ευερέθιστη φύση των σχολίων του έκανε σαφές ότι δεν ήταν σε καλή διάθεση.



























