Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Splenetic
01
ένας ευερέθιστος άνθρωπος, ένας θυμωμένος άνθρωπος
a person habitually irritable, spiteful, or angry
Formal
Offensive
Παραδείγματα
She called him splenetic for snapping constantly.
Τον αποκάλεσε ευερέθιστο γιατί ξεσπούσε συνεχώς.
splenetic
01
σπληνικός, σχετικός με τη σπλήνα
relating to the spleen
Old use
02
ευέξαπτος, οξύθυμος
easily angered or annoyed
Formal
Παραδείγματα
The splenetic nature of his comments made it clear he was not in a good mood.
Η ευερέθιστη φύση των σχολίων του έκανε σαφές ότι δεν ήταν σε καλή διάθεση.



























