Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Splendor
01
μεγαλοπρέπεια, λάμψη
a quality that outshines the usual
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
μεγαλοπρέπεια, λαμπρότητα
the impressive beauty or magnificence of something, often characterized by richness, brilliance, or grandeur
Παραδείγματα
The palace was known for its architectural splendor, with intricate carvings and gilded domes.
Το παλάτι ήταν γνωστό για την αρχιτεκτονική του μεγαλοπρέπεια, με περίτεχνα σκαλίσματα και επιχρυσωμένους θόλους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
splendorous
splendor



























