Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Splendor
01
μεγαλοπρέπεια, λάμψη
a quality that outshines the usual
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
μεγαλοπρέπεια, λαμπρότητα
the impressive beauty or magnificence of something, often characterized by richness, brilliance, or grandeur
Παραδείγματα
The opera house interior was designed with luxurious splendor, featuring crystal chandeliers and velvet curtains.
Το εσωτερικό της όπερας σχεδιάστηκε με πολυτελή μεγαλοπρέπεια, με κρυστάλλινα πολυέλαια και βελούδινες κουρτίνες.
Λεξικό Δέντρο
splendorous
splendor



























