splay
splay
spleɪ
σπλει
/splˈe‍ɪ/

Ορισμός και σημασία του "splay"στα αγγλικά

01

κλίση, πλαγιοποιημένη επιφάνεια

an angled or sloping surface, typically found on the sides or edges of a window or door opening, creating a wider opening towards the inside of a wall
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
splays
to splay
01

απλώνω, ξεδιπλώνω

move out of position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
splay
γ΄ ενικό πρόσωπο
splays
ενεστώτα μετοχή
splaying
απλός αόριστος
splayed
παθητική μετοχή
splayed
02

απλώνω, ξεδιπλώνω

turn outward
03

απλώνω, ανοίγω

spread open or apart
01

απλωμένος, ανοιγμένος

turned outward in an ungainly manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most splay
συγκριτικός βαθμός
more splay
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store