Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
splashy
01
επιδεικτικός, φανταχτερός
marked by ostentation but often tasteless
02
πλατσουρίζων, πεταχτός
characterized by water flying about haphazardly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
splashiest
συγκριτικός βαθμός
splashier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
water, movement, appearance
03
καλυμμένο με πλάκες φωτεινών χρωμάτων, πολύχρωμο
covered with patches of bright color
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
splashiness
splashy
splash



























