spiteful
Pronunciation
/ˈspaɪtfəɫ/

Ορισμός και σημασία του "spiteful"στα αγγλικά

01

κακόβουλος, μνησίκακος

showing a desire to harm, annoy, or hurt someone on purpose
spiteful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spiteful
συγκριτικός βαθμός
more spiteful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Tom spread spiteful rumors about his colleague to damage their reputation.
Ο Τόμ διέδιδε κακεντρεχείς φήμες για τον συνάδελφό του για να βλάψει τη φήμη τους.

Λεξικό Δέντρο

spitefully
spitefulness
spiteful
spite
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store