Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spiteful
01
κακόβουλος, μνησίκακος
showing a desire to harm, annoy, or hurt someone on purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spiteful
συγκριτικός βαθμός
more spiteful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Tom spread spiteful rumors about his colleague to damage their reputation.
Ο Τόμ διέδιδε κακεντρεχείς φήμες για τον συνάδελφό του για να βλάψει τη φήμη τους.
Λεξικό Δέντρο
spitefully
spitefulness
spiteful
spite



























