speculation
spe
ˌspɛ
σπε
cu
kjʊ
κγου
la
ˈleɪ
λει
tion
ʃən
σαν
speciationsporulation

Ορισμός και σημασία του "speculation"στα αγγλικά

01

εικασία

the creation of theories or opinions about something with no fact or proof 
speculation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
speculations
Παραδείγματα
The stock market is often influenced by speculation about future trends. 

Το χρηματιστήριο συχνά επηρεάζεται από εικασίες σχετικά με μελλοντικές τάσεις.

02

κερδοσκοπία, κερδοσκοπική επένδυση

a high-risk financial investment made in hopes of large profit 
Παραδείγματα
He made a fortune through speculation in the stock market. 

Έκανε μια περιουσία μέσω της κερδοσκοπίας στο χρηματιστήριο.

03

στοχασμός, σκέψη

deep or continuous thought about abstract or complex subjects 
Παραδείγματα
Philosophical speculation has fascinated humans for centuries. 

Η φιλοσοφική εικασία έχει γοητεύσει τους ανθρώπους εδώ και αιώνες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

speculation
speculate
specul
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store