spectrum
spect
ˈspɛkt
spekt
rum
rəm
rēm
speculum

Ορισμός και σημασία του "spectrum"στα αγγλικά

01

φάσμα, εύρος

the range of different wavelengths or frequencies of light or radiation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spectra
Παραδείγματα
The scientist studied the spectrum of visible light emitted by the star. 

Ο επιστήμονας μελέτησε το φάσμα του ορατού φωτός που εκπέμπεται από το αστέρι.

02

φάσμα, εύρος

a broad range of related objects or values or qualities or ideas or activities 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store