Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spectrometry
01
φασματομετρία, φασματική ανάλυση
the measurement and analysis of the spectrum of electromagnetic radiation emitted or absorbed by substances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spectrometries
Παραδείγματα
Chemists use spectrometry to identify unknown compounds in samples.
Οι χημικοί χρησιμοποιούν την φασματομετρία για να αναγνωρίσουν άγνωστες ενώσεις σε δείγματα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
spectrometry
spectromet



























