Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
speckled
01
στικτός, πιτσιλωτός
covered with small, distinct spots or marks, often irregularly distributed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most speckled
συγκριτικός βαθμός
more speckled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The night sky was speckled with stars, twinkling in the darkness.
Ο νυχτερινός ουρανός ήταν στικτός με αστέρια, που λάμπανε στο σκοτάδι.
Λεξικό Δέντρο
speckled
speckle



























