Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Speck
01
ψήγμα, μικρή ποσότητα
a slight but appreciable amount
02
κηλίδα, τελεία
a very small spot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
specks
03
ένα σωματίδιο, ένας κόκκος
(nontechnical usage) a tiny piece of anything
to speck
01
στικτώνω, διανθίζω με μικρές κηλίδες
to mark something with tiny particles or spots
Transitive: to speck a surface with a substance or pattern | to speck a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
speck
γ΄ ενικό πρόσωπο
specks
ενεστώτα μετοχή
specking
απλός αόριστος
specked
παθητική μετοχή
specked
Παραδείγματα
As the baker sifted flour, it began to speck the kitchen counter with fine white powder.
Καθώς ο φούρνος κοσκίνιζε το αλεύρι, άρχισε να κηλίδωνει τον πάγκο της κουζίνας με λεπτή λευκή σκόνη.
Λεξικό Δέντρο
speckless
speck



























