Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Special pleading
01
ειδική έκκληση, ειδική υπεράσπιση
(law) a pleading that alleges new facts in avoidance of the opposing allegations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
special pleadings
02
ειδική έκκληση, μεροληπτική επιχειρηματολογία
an unfair attempt to persuade someone by only giving them facts that are in line with one's point of view



























