Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spasmodic
01
σπασμωδικός, σπαστικός
relating to the sudden, reflective, and involuntary movement or contraction of muscles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
σπασμωδικός, ακανόνιστος
occurring in sudden, brief manner, without a regular order or time
Παραδείγματα
Her spasmodic laughter interrupted the quiet room.
Το σπασμωδικό γέλιο της διέκοψε το ήσυχο δωμάτιο.



























