sparse
sparse
spɑ:s
spaas
sparesparge

Ορισμός και σημασία του "sparse"στα αγγλικά

01

αραιός, διάσπαρτος

small in amount or number while also unevenly and thinly scattered 
sparse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sparsest
συγκριτικός βαθμός
sparser
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The vegetation on the hillside was sparse, with only a few bushes dotting the landscape. 

Η βλάστηση στην πλαγιά του λόφου ήταν αραιή, με μόνο λίγους θάμνους να κουκκίζουν το τοπίο.

02

αραιός, λεπτός

(of hair) thinly distributed or not thick, with few strands or patches 
Παραδείγματα
His sparse hair made his scalp visible in several places. 

Τα αραιά του μαλλιά έκαναν το τριχωτό του δέρμα ορατό σε πολλά σημεία.

Λεξικό Δέντρο

sparsely
sparseness
sparse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store