Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sparring
01
συνεδρία sparring, προσομοιωμένη προπόνηση πυγμαχίας
a controlled practice session where boxers simulate a real fight, focusing on technique, timing, and strategy without aiming to knock out their opponent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sparrings
Παραδείγματα
They engaged in intense sparring sessions to prepare for the upcoming tournament.
Συμμετείχαν σε εντατικές συνεδρίες sparring για να προετοιμαστούν για το επερχόμενο τουρνουά.
02
λεκτική αντιπαράθεση, λεκτικό ντουέτο
an argument in which the participants are trying to gain some advantage
Λεξικό Δέντρο
sparring
spar



























