spacewalk
space
speɪs
σπεισ
walk
wɔ:k
ουοκ

Ορισμός και σημασία του "spacewalk"στα αγγλικά

01

διαστημικός περίπατος, περίπατος στο διάστημα

a period during which an astronaut moves outside an spacecraft in space, typically to perform repairs or experiments 
spacewalk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spacewalks
Παραδείγματα
The astronauts conducted a spacewalk to repair the solar panels on the International Space Station. 

Οι αστροναύτες πραγματοποίησαν μια διαστημική βόλτα για να επισκευάσουν τους ηλιακούς συλλέκτες στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

spacewalk

space

+

walk

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store