Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Belly dancer
01
χορεύτρια της κοιλιάς, ανατολίτισσα χορεύτρια
a woman who performs a solo belly dance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
belly dancers
αρσενικό ενικό
belly dancer
θηλυκό ενικό
belly dancer
neutral form
belly dancer
LanGeek



























