Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Soup
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The soup was so delicious that I had two servings.
Η σούπα ήταν τόσο νόστιμη που έφαγα δύο μερίδες.
02
μπούρδελο, πρόβλημα
an unfortunate situation
03
σούπα, κρεμμύδι
any composition having a consistency suggestive of soup
to soup
01
ντόπαρω, διεγείρω
dope (a racehorse)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
soup
γ΄ ενικό πρόσωπο
soups
ενεστώτα μετοχή
souping
απλός αόριστος
souped
παθητική μετοχή
souped
Λεξικό Δέντρο
soupy
soup



























