soup
Pronunciation
/suːp/

Ορισμός και σημασία του "soup"στα αγγλικά

01

σούπα, κρέμα

liquid food we make by cooking things like meat, fish, or vegetables in water
soup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The soup was so delicious that I had two servings.
Η σούπα ήταν τόσο νόστιμη που έφαγα δύο μερίδες.
02

μπούρδελο, πρόβλημα

an unfortunate situation
03

σούπα, κρεμμύδι

any composition having a consistency suggestive of soup
to soup
01

ντόπαρω, διεγείρω

dope (a racehorse)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
soup
γ΄ ενικό πρόσωπο
soups
ενεστώτα μετοχή
souping
απλός αόριστος
souped
παθητική μετοχή
souped
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store