soup
soup
sup
soop
stoup

Ορισμός και σημασία του "soup"στα αγγλικά

01

σούπα, κρέμα

liquid food we make by cooking things like meat, fish, or vegetables in water 
soup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
soups
Παραδείγματα
I always garnish my soup with a sprinkle of fresh herbs. 

Πάντα γαρνίρω τη σούπα μου με μια πρέζα φρέσκα βότανα.

02

μπούρδελο, πρόβλημα

an unfortunate situation 
03

σούπα, κρεμμύδι

any composition having a consistency suggestive of soup 
to soup
01

ντόπαρω, διεγείρω

dope (a racehorse) 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
soup
γ΄ ενικό πρόσωπο
soups
ενεστώτα μετοχή
souping
απλός αόριστος
souped
παθητική μετοχή
souped
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store