soulful
Pronunciation
/ˈsoʊɫfəɫ/

Ορισμός και σημασία του "soulful"στα αγγλικά

01

βαθύς, συγκινητικός

expressing a strong or sincere feeling that comes from within the heart
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most soulful
συγκριτικός βαθμός
more soulful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist 's painting had a soulful quality that captivated viewers.
Ο πίνακας του καλλιτέχνη είχε μια βαθιά συναισθηματική ποιότητα που γοήτευε τους θεατές.

Λεξικό Δέντρο

soulfully
soulfulness
soulful
soul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store