soulful
soul
ˈsəʊl
sewl
ful
fʊl
fool
bowlfuldoleful

Ορισμός και σημασία του "soulful"στα αγγλικά

01

βαθύς, συγκινητικός

expressing a strong or sincere feeling that comes from within the heart 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most soulful
συγκριτικός βαθμός
more soulful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her soulful eyes revealed her deep emotions. 

Τα γεμάτα ψυχή της μάτια αποκάλυπταν τα βαθιά της συναισθήματα.

Λεξικό Δέντρο

soulfully
soulfulness
soulful
soul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store