Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soul-destroying
01
ψυχοφθόρος, καταστροφικός για την ψυχή
causing extreme emotional distress, despair, or a profound sense of hopelessness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most soul-destroying
συγκριτικός βαθμός
more soul-destroying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The monotonous and repetitive nature of the job proved to be soul-destroying over time.
Η μονότονη και επαναλαμβανόμενη φύση της δουλειάς αποδείχθηκε ψυχοφθόρα με το πέρασμα του χρόνου.



























