soul-destroying
soul
ˈsəʊl
sewl
dest
dɪst
dist
roying
rɔɪɪng
roying

Ορισμός και σημασία του "soul-destroying"στα αγγλικά

soul-destroying
01

ψυχοφθόρος, καταστροφικός για την ψυχή

causing extreme emotional distress, despair, or a profound sense of hopelessness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most soul-destroying
συγκριτικός βαθμός
more soul-destroying
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, emotion, work
Παραδείγματα
The monotonous and repetitive nature of the job proved to be soul-destroying over time. 

Η μονότονη και επαναλαμβανόμενη φύση της δουλειάς αποδείχθηκε ψυχοφθόρα με το πέρασμα του χρόνου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store