Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soul-destroying
01
ψυχοφθόρος, καταστροφικός για την ψυχή
causing extreme emotional distress, despair, or a profound sense of hopelessness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most soul-destroying
συγκριτικός βαθμός
more soul-destroying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The relentless bullying at school had a soul-destroying effect on the young student's self-esteem.
Ο αμείλικτος εκφοβισμός στο σχολείο είχε μια ψυχοφθόρα επίδραση στην αυτοεκτίμηση του νεαρού μαθητή.



























