Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bellow
01
φωνάζω, κραυγάζω
shout loudly and without restraint
02
μουγκρίζω, βρυχώμαι
to emit a deep, loud roar or cry, typically from a large animal such as a bull
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bellow
γ΄ ενικό πρόσωπο
bellows
ενεστώτα μετοχή
bellowing
απλός αόριστος
bellowed
παθητική μετοχή
bellowed
Bellow
01
βρυχηθμός, μουγκανισμός
a deep, loud, and resonant sound, often produced by a human or an animal, conveying strength or intensity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bellows
Παραδείγματα
The bellow of the bull echoed across the field.
Ο βρυχηθμός του ταύρου ηχούσε σε όλο το χωράφι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bellower
bellowing
bellow



























