to bellow
be
ˈbɛ
be
llow
ləʊ
lew
belowbillow

Ορισμός και σημασία του "bellow"στα αγγλικά

to bellow
01

φωνάζω, κραυγάζω

shout loudly and without restraint 
to bellow definition and meaning
02

μουγκρίζω, βρυχώμαι

to emit a deep, loud roar or cry, typically from a large animal such as a bull 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bellow
γ΄ ενικό πρόσωπο
bellows
ενεστώτα μετοχή
bellowing
απλός αόριστος
bellowed
παθητική μετοχή
bellowed
01

βρυχηθμός, μουγκανισμός

a deep, loud, and resonant sound, often produced by a human or an animal, conveying strength or intensity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bellows
Παραδείγματα
The bellow of the bull echoed across the field. 

Ο βρυχηθμός του ταύρου ηχούσε σε όλο το χωράφι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store