sore throat
Pronunciation
/sɔːr θroʊt/

Ορισμός και σημασία του "sore throat"στα αγγλικά

01

πόνος στο λαιμό

a condition when you feel pain in the throat, usually caused by bacteria or viruses
sore throat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sore throats
Παραδείγματα
She drank hot tea with honey to soothe her sore throat.
Ήπιε ζεστό τσάι με μέλι για να καταπραΰνει τον πονολόιμο της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store