sorcerer
sorcerer
'sɔ:sərə
sawsērē
solderer

Ορισμός και σημασία του "sorcerer"στα αγγλικά

01

μάγος, γητευτής

a fictional man who has magic powers 
sorcerer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
sorcerers
αρσενικό ενικό
sorcerer
θηλυκό ενικό
sorceress
neutral form
magic user
Παραδείγματα
The sorcerer waved his staff and a bright light filled the room. 

Ο μάγος κούνησε το ραβδί του και ένα φωτεινό φως γέμισε το δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store